|
Μέσ' από πράσινες ελιές και στάχυα
χρυσοφόρα
Δεν είναι πόλη από χαλκό, ούτ απ' αχάτι
χώρα
Σε ξέρει ο θεός και το καλό δε σε ξεχνά
ποτέ του
Σε ξέρει ο ήλιος και η βροχή στα πόδια
του Ταϋγέτου
Μένουν τα πάντα ανάλλαχτα. Τα σπίτια,
οι ζευγολάτες.
Και
κουδουνίζουν οι πλαγιές κι αχολόγουν
οι στράτες.
Σαν ένας ύμνος στη χαρά των δουλευτών
τα χέρια
Σπέρνουν, θερίζουν, γνέθουνε,
σφυροκοπούν τη γής
Και μεσ' στα λόγγια απλώνεσαι πιο
ειρηνικό απ' τ' αστέρια
Κυψέλη ηλιοπλημμύριστη, χωριό της
προκοπής!
Νικηφόρος
Βρεττάκος - 1947
|